Ζούμε μέσα σε ένα οργανωμένο πλαίσιο κανόνων και θεσμών που διασφαλίζει την ασφάλεια και τη συνύπαρξη. Ο πολιτισμός μάς προστατεύει από τη βία, την αυθαιρεσία, τα φυσικά φαινόμενα και την αβεβαιότητα της ανεξέλεγκτης ζωής. Κι όμως, παρά αυτή την προστασία, η ανθρώπινη δυσφορία δεν εξαλείφεται· συχνά γίνεται πιο εσωτερική, πιο σιωπηλή. Ο Freud (1930/1994) υποστήριξε ότι ο άνθρωπος βιώνει μια διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στις ενορμήσεις του και στις απαιτήσεις του πολιτισμού. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ανάγκη για ασφάλεια, αγάπη, δημιουργία, ευχαρίστηση και σύνδεση που τον καθιστά μοιραία δέσμιο από τον πολιτισμό· από την άλλη, η επιθετικότητα, η ανάγκη κυριαρχίας και εκφόρτισης. Ο πολιτισμός, για να υπάρξει, απαιτεί τον περιορισμό αυτών των δυνάμεων. Το ερώτημα όμως είναι τι συμβαίνει όταν ο περιορισμός παύει να είναι εξωτερικός και γίνεται εσωτερικός — όταν δεν μας σταματά ο νόμος, αλλά η ενοχή, ο φόβος απώλειας ή η ανάγκη αποδοχής.
Η επιθετικότητα δεν εξαφανίζεται επειδή δεν εκδηλώνεται ανοιχτά. Μπορεί να μετατραπεί σε έντονο ανταγωνισμό, σε διαρκή σύγκριση, σε σκληρότητα απέναντι στον εαυτό ή σε συγκαλυμμένη ένταση στις σχέσεις. Συχνά στρέφεται προς τα μέσα ως αυτοκριτική ή προς τα έξω με τρόπους κοινωνικά αποδεκτούς αλλά συναισθηματικά φορτισμένους. Αναρωτιέται κανείς: σε ποιες στιγμές γίνομαι πιο αυστηρός με τον εαυτό μου απ’ όσο θα ήμουν με έναν άλλον; Πού διοχετεύεται ο δικός μου θυμός; Παράλληλα, η ενορμητική αναζήτηση ευχαρίστησης δεν αφορά μόνο τη σεξουαλικότητα αλλά τη βαθύτερη ανάγκη να νιώθουμε ζωντανοί. Όμως ούτε κάθε επιθυμία μπορεί να είναι ελεύθερη εσωτερικής ή εξωτερικής λογοκρισίας, συνειδητής ή ασυνείδητης. Έτσι, μεγάλο μέρος της μεταφέρεται στη φαντασία, στα όνειρα, στη δημιουργία στις τέχνες. Η μετουσίωση — η μετατροπή της ενορμητικής ενέργειας σε κάτι δημιουργικό και κοινωνικά αποδεκτό — αποτελεί έναν από τους πιο ώριμους τρόπους διαχείρισης αυτής της εσωτερικής έντασης.
Κάποιες φορές, ωστόσο, η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που θέλω και σε αυτό που «πρέπει» να θέλω γίνεται κουραστική. Τότε αναζητούμε ανακούφιση. Άλλοτε μέσα από δημιουργικές διεξόδους, άλλοτε μέσα από τρόπους που αναισθητοποιούν προσωρινά τη δυσφορία. Η ανάγκη αυτή δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά ένδειξη πίεσης. Ίσως, τελικά, το ζήτημα να μην είναι αν ο πολιτισμός μάς κάνει δυστυχισμένους, αλλά πώς σχετιζόμαστε εμείς με τα όρια. Τα βιώνουμε ως προστασία ή ως φυλακή; Όταν συναντώ έναν περιορισμό, τι ενεργοποιείται μέσα μου; Θυμός; Ενοχή; Φόβος εγκατάλειψης;
Υπάρχει ωστόσο ένας δρόμος που δεν βασίζεται ούτε στην εκτόνωση ούτε στην αποφυγή, αλλά στη σύνδεση: η αγάπη. Η συναισθηματική επένδυση σε έναν άλλον άνθρωπο μπορεί να προσφέρει ουσιαστική αίσθηση πληρότητας, ενώ ταυτόχρονα μας φέρνει αντιμέτωπους με την ευαλωτότητα και τους περιορισμούς που προαναφέρονται. Εκεί όπου αγαπάμε, κινδυνεύουμε να χάσουμε· εκεί όπου δεσμευόμαστε, περιορίζουμε ένα μέρος της απόλυτης ελευθερίας μας. Ίσως η ωριμότητα να μην βρίσκεται ούτε στην άρνηση των ενορμήσεων ούτε στην άκριτη ικανοποίησή τους, αλλά στην επίγνωση και στη δημιουργική τους διαχείριση. Ο πολιτισμός δεν εξαφανίζει τα ένστικτα· τα καλεί να μετασχηματιστούν. Και η ψυχική ισορροπία δεν είναι η απουσία σύγκρουσης, αλλά η δυνατότητα να την αντέχουμε χωρίς να διαλυόμαστε.
Βιβλιογραφία
Freud, S. (1994). Civilization and its discontents (J. Strachey, Trans.). Dover Publications. (Original work published 1930)
